- ἀπόθεστος
- ἀπόθεστος, verschmäht, verachtet
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἀπόθεστος — despised masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀπόθεστον — ἀπόθεστος despised masc/fem acc sg ἀπόθεστος despised neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀπόθεστ' — ἀπόθεστα , ἀπόθεστος despised neut nom/voc/acc pl ἀπόθεστε , ἀπόθεστος despised masc/fem voc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κἀπόθεστα — ἀπόθεστα , ἀπόθεστος despised neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
gʷhedh- — gʷhedh English meaning: to beg, wish for Deutsche Übersetzung: “bitten, begehren” Material: Av. jaiδyemi, O.Pers. jadiyümiy “I bitte”; Gk. Aor. θέσσασθαι (*gʷhedh s ) “anflehen”, participle θεστός in ἀπόθεστος “verwũnscht,… … Proto-Indo-European etymological dictionary